Εμμανουήλ Βερνάρδος

Ο Εμμανουήλ Βερνάρδος (γενν. 1777) ήταν λόγιος Κρητικός νομικός, αγωνιστής στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 και μετέπειτα δικαστής.

Ο Βερνάρδος καταγόταν από το Ρέθυμνο και έμαθε τα πρώτα γράμματα από τον θείο του Επίσκοπο Λάμπης Μεθόδιο. Περί το 1806 πήγε στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να συμπληρώσει τις σπουδές του και από εκεί εγκαταστάθηκε στο Ιάσιο. Εργάσθηκε, πράγμα συνηθισμένο την εποχή εκείνη, ως δάσκαλος στο σπίτι παιδιών ισχυρών οικογενειών, μεταξύ των οποίων και της οικογένειας του ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσου. Απέκτησε μεγάλο κύρος στους κύκλους των λογίων της εποχής του χάρη στην εξυπνάδα του, την αρχαιομάθειά του και την πολυγλωσσία του, καθώς γνώριζε επτά γλώσσες. Προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στην αυλή του ηγεμόνα και ανταμείφθηκε με την απονομή σε αυτόν του τίτλου του «άρχοντα Καμινάρη» και οικοσήμου.

Από τότε ο Βερνάρδος δεν έπαυσε να ασχολείται με την πνευματική αφύπνιση του Γένους του. Απέστελλε βιβλία σε διάφορα σχολεία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας και ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για την ίδρυση τυπογραφείου στο Ιάσιο, πράγμα το οποίο πέτυχε. Επίσης από το 1817 ήταν ανταποκριτής του ''Λόγιου Ερμή'', του δημοσιογραφικού οργάνου των Ελλήνων λογίων της Βιέννης. Το 1818 ο Βερνάρδος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Ρίζο Καρνεάδη και από τότε αφιέρωσε τον εαυτό του στη υπηρεσία της πολιτικής αναγεννήσεως του ελληνικού έθνους. Αναφέρεται ότι το 1819 ταξίδεψε στην Κρήτη και στην Κέα, όπου προσηλύτισε πολλούς στη Φιλική Εταιρεία. Επέστρεψε στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες τις παραμονές του επαναστατικού κινήματος του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Με το κύρος του ο Βερνάρδος επηρέαζε πολλούς και πολλά οφείλονται στο ότι έπεισε τον Μ. Σούτσο να εκδηλώσει τη συμπαράστασή του στο κίνημα αυτό. Ο ίδιος ο Βερνάρδος τάχθηκε στο πλευρό του Υψηλάντη και πήρε μέρος και στην πολεμική επιχείρηση.

Μετά την καταστροφή στο Δραγατσάνι και την κατάπνιξη του επαναστατικού κινήματος, ο Βερνάρδος έχασε την περιουσία του και κατέφυγε στο Κισινάου, όπου συνεργαζόμενος με τους εκεί ομογενείς συγκέντρωνε χρήματα για την απελευθέρωση Ελλήνων αιχμαλώτων.

Τον Δεκέμβριο του 1823 ανεχώρησε ως Γάλλος υπήκοος και περνώντας από την Αυστρία έφθασε στη Βενετία. Εκεί παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1824 μελετώντας τα αρχεία και συγκεντρώνοντας υλικό για τις κατοπινές μελέτες του. Τότε προσκλήθηκε από τους αγωνιστές της Κρήτης και άλλες προσωπικότητες της Επαναστάσεως να μεταβεί στην Ελλάδα. Πράγματι, τον Σεπτέμβριο του 1824 έφθασε στο Ναύπλιο και με την ιδιότητά του ως νομομαθούς ανέλαβε τη γενική γραμματεία του «Υπουργείου Δικαίου». Ωστόσο έλαβε και δραστήριο μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις. Το 1825 πολέμησε επικεφαλής σώματος Κρητικών στην Άρεια και στους Μύλους εναντίον των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ. Παράλληλα, ήταν εκπρόσωπος των συμφερόντων της Κρήτης στην ελληνική κυβέρνηση. Το 1827 αναφέρεται ως μέλος της διαρκούς βουλευτικής επιτροπής «επί του Δικαίου και της Παιδείας».

Επί Καποδίστρια ο Βερνάρδος διορίσθηκε, το 1828, πρόεδρος της επιτροπής που θα εκτιμούσε τις προσόδους της Πελοποννήσου και το 1829 πρόεδρος του Πρωτοκλήτου δικαστηρίου Κυκλάδων, στη Νάξο. Επί Όθωνα διορίσθηκε πρόεδρος του δικαστηρίου στη Λαμία και αλλού.

Ο Βερνάρδος συνέγραψε διάφορες φιλολογικές μελέτες, μετέφρασε ιστορικά έργα σχετικά με την Κρήτη και ασχολήθηκε με τη στιχουργία. Κυριότερα από τα έργα του είναι τα εξής:

* ''Ακριβής περιγραφή της Κρήτης μεταφρασθείσα από την Φλαμανδικήν εις την Γαλλικήν διάλεκτον κατά το 1705 παρά του Δ.Ο. Δάπερ...'', Αθήναι 1836 * ''Δεινολογία, έμμετρος περιγραφή ταξιδίου'', Σύρος 1834 * ''Ελεγείον προς τον Μάρκον Μπότσαρην'' Παρέχεται από τη Wikipedia
Εμφανίζονται 1 - 1 Αποτελέσματα από 1 για την αναζήτηση 'Βερνάρδος, Εμμανουήλ' Περιορισμός αποτελεσμάτων
  1. 1